αντιπροσωπεύω

αντιπροσωπεύω, αντιπροσώπευσα βλ. πίν. 19

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιπροσωπεύω — 1. είμαι αντιπρόσωπος κάποιου, παρίσταμαι ή ενεργώ εξ ονόματος του και για λογαριασμό του 2. έχω τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός συνόλου στο οποίο ανήκω …   Dictionary of Greek

  • αντιπροσωπεύω — [ацдипросопэво] р. быть чьим либо представителем, делегатом …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αντιπροσωπεύω — ευσα, εύτηκα, είμαι αντιπρόσωπος κάποιου: Στη διάσκεψη για το δίκαιο των θαλασσών την Ελλάδα θα αντιπροσωπεύσει ο υπουργός των εξωτερικών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναντιπροσώπευτος — η, ο αυτός που δεν αντιπροσωπεύεται ή δεν αντιπροσωπεύθηκε με εκπρόσωπο ή πληρεξούσιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + αντιπροσωπεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1872 στην Αρχαιολογική Εφημερίδα Αθηνών] …   Dictionary of Greek

  • εκπροσωπώ — ( έω) (Μ ἐκπροσωπῶ) αντιπροσωπεύω, ενεργώ εξ ονόματος άλλου νεοελλ. είμαι προσωποποίηση μιας ιδεολογίας ή ιδιότητας, εκφράζω χαρακτηριστικά ιδεολογία ή ιδιότητα («εκπροσωπεί τη δικαιοσύνη») …   Dictionary of Greek

  • επιτροπεύω — (AM ἐπιτροπεύω) [επιτροπή] ασκώ καθήκοντα επιτρόπου, είμαι επίτροπος, επιστατώ, διευθύνω («ἦ τούτου ἕνεκα ἱκανὸς ἔσται ἐπιτροπεύειν;», Ξεν.) αρχ. 1. (με γεν.) διοικώ, κυβερνώ 2. (με αιτ.) διευθύνω, κυβερνώ, προΐσταμαι («θαυμάζω δ’ ὅπως τὸν δῆμον… …   Dictionary of Greek

  • κοστίζω — (Μ κοστίζω και κουστίζω) (για πράγματα) αντιπροσωπεύω ένα ορισμένο χρηματικό ποσό, στοιχίζω, έχω τόση αξία, τιμώμαι («η επίπλωση τού σπιτιού τού κόστισε δύο εκατομμύρια») νεοελλ. 1. (για γεγονότα) προξενώ ζημιά ή θλίψη (α. «μάς κόστισε ακριβά η… …   Dictionary of Greek

  • παρέχω — ΝΜΑ 1. δίνω κάτι σε κάποιον, εγχειρίζω («δῶρα μέν, αἰ κ ἐθέλησθα, παρασχέμεν», Ομ. Ιλ.) 2. προμηθεύω, χορηγώ 3. προξενώ, προκαλώ (α. «η παρουσία σου μάς παρέχει ευχαρίστηση» β. «ἀλλήλησι γέλω τε καὶ εύφροσύνην παρέχουσι», Ομ. Οδ.) 4. προσφέρω (α …   Dictionary of Greek

  • πλαστουργώ — πλαστουργῶ, έω, ΝΜΑ 1. δίνω μορφή σε κάτι, πλάθω 2. (ιδίως για τον θεό) δημιουργώ τον άνθρωπο αρχ. 1. αντιπροσωπεύω 2. επινοώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < πλαστός + ουργῶ (< ουργός < ἔργον), πρβλ. αγαθ ουργώ, μυθ ουργώ] …   Dictionary of Greek

  • πρακτορεύω — ΝΜΑ [πράκτωρ, ορος] νεοελλ. 1. εργάζομαι ως πράκτορας, ασκώ πρακτορεία 2. αντιπροσωπεύω τα συμφέροντα κάποιου έναντι αμοιβής 3. διακινώ ένα προϊόν για λογαριασμό άλλου εισπράττοντας προμήθεια 4. αναπτύσσω κατασκοπική δραστηριότητα, δρω για… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.